Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

NATHAN BOWLES - "NANSEMOND" (2014)

Ο Nathan Bowles δεν είναι ο μοναχικός αμερικάνος μουσικός που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει ή έστω απλά να παίξει, παραδοσιακή μουσική του τόπου του με ένα banjo ή μια κιθάρα. Όχι. Αυτό είναι μόλις το δεύτερο προσωπικού album και δεν είναι γνωστός από αυτά. Είναι γνωστός από τους Pelt και τους Black Twig Pickers, από τις συνεργασίες του με τον Steve Gunn, με τον Glenn Jones και με τόσους άλλους. Αρέσκετε στο να παίζει με παρέα και να εξερευνά την ψυχεδέλεια του αυτοσχεδιασμού – κάτι που το κάνει με τρομερή απλότητα και αμεσότητα, λες κα παίζει μέσα από παρτιτούρες. Και φυσικά, δεν παίζει μόνο banjo. Παίζει κάθε είδους κρουστά, πιάνο, κτλ. Είναι, εν ολίγοις, πολυπράγμων και πολύ ταλαντούχος.
Στο πρώτο του solo δίσκο ο κ.Bowles ασχολήθηκε περισσότερο με την folk από τα Απαλάχια όρη – κοφτοί ρυθμοί, στακάτο παίξιμο, πολύ fingerpicking – εκεί όπου το τακούνι της δερμάτινης μπότας χτυπάει με ορμή και ταχύτητα το ξύλινο σκονισμένο δάπεδο, για να γίνω κομματάκι γλαφυρός – το πιάσατε το νόημα. Σε αυτό το δεύτερο solo (που παρεμπιπτόντως δεν είναι και τόσο solo, μιας και εμφανίζονται διάφοροι φίλοι και γνωστοί, σαν τον Tom Carter και τον Steve Kruger) πάει μερικά βήματα παρακάτω. Οι συνθέσεις ακούγονται σαν αυτοσχεδιασμοί μεν, αλλά πρέπει να είναι δουλεμένες αρκετά, μιας και χτίζονται σταδιακά στον χρόνο, σε ομόκεντρους κύκλους. Οι μελωδίες είναι υπόγειες, ο ρυθμός – στα περισσότερα κομμάτια – υπονοείτε, όλος ο δίσκος σου αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς διερεύνησης του είδους.
Από τον τίτλο του δίσκου, που κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι (ψάξτε λίγο, τόσο δα, μην τα περιμένετε κι όλα στο πιάτο) από τους τίτλους των κομματιών, από την δομή του δίσκου, από την ροή των κομματιών, από το πιάνο - όποτε εμφανίζετε, που ακούγετε λες και ορμάει ξαφνικά το πνεύμα του Chris Abrahams - και από τα drone περάσματα, γενικά σε όλα του τα στοιχεία αυτός ο δίσκος δείχνει να έχει φτιαχτεί με ιδιαίτερη προσοχή· το αποτέλεσμα είναι, κοντολογίς, τέλειο.
Δεν ξέρω για ‘σας, μα εγώ με άνεση θα μπορούσα να ακούω τον Nathan Bowles ώρες ολόκληρες, δίχως να βαρεθώ δευτερόλεπτο, δίχως να μου δίνει την αίσθηση ότι επαναλαμβάνετε ούτε μία στιγμή.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

NOVEMBER 2014 : SEVEN DINOSAURS OF US AVANT ROCK DELIVER THE GOODS


Σε μια χρονιά που κατά την γνώμη μου η παραγωγή καλής ποιότητας άλμπουμ από νέες μπάντες / καλλιτέχνες από το ευρύτερο US avant rock πεδίο είναι ισχνότερη από ποτέ, υπάρχουν, ευτυχώς, μερικά πολύ αξιόλογα comebacks από τις παλιές καραβάνες του χώρου. Ιδού μερικά σημαντικά παραδείγματα επιστροφών – success stories :


Ξεκινώντας, πρέπει να σταθώ στην πολύ προσεχτική desert blues πρόταση της κ. Lyndia Lunch. Aν και το συγκεκριμένο στυλ είχε αποθεωθεί στα 90s από τους μετρ του είδους Steve Wynn, Gallon Drunk,Nick Cave, Mark Lanegan και τους λοιπούς αστέρες του τότε κραταιού στην Ελλάδα Fractal Press, η σκοτεινή punk ντίβα από την Νέα Υόρκη χιλιάδες χλμ μακριά από την έρημο, στο "Fistful Of Desert Blues" έχει το ποιητικό βάθος και την βιωματική εμπειρία για προσδώσει στις πικρές και σκοτεινές μπαλάντες την απαραίτητη δόση σκληρότητας, απόγνωσης και ερημίτικης μοναξιάς. Ταυτόχρονα, η φωνή της, ταλαιπωρημένη, αγωνιώδης, ερωτική, έχει γρεζάρει ένα κλικ παραπάνω από την τελευταία φορά που την άκουσα, σε βαθμό που σε συνδυασμό με την εμπειρία της μεγάλης ηλικίας της την τοποθετεί πια σχεδόν δίπλα από την πελώρια σκιά του Johny Cash επί American recordings. Aπό κοντά ακολουθεί και το σποραδικό, αραχνοειδές κιθαριστικό στυλ του Grove γεμάτο υποχθόνια southern slides, άτονα ξεσπάσματα και σπαρακτικές μελωδικές ακολουθίες, όλα δοσμένα στην σωστή δόση σε μια παραγωγή που φτάνει το επίπεδο του sound design ενός soundtrack. Συνολικά, η παράφορα αλήτικη προσέγγιση των δύο στο κορεσμένο μουσικά είδος καταφέρνει τελικώς το στόχο της : να με παρασύρει αβίαστα και ατμοσφαιρικά στην σκοτεινή πλευρά του έρωτα, θέμα κλασσικό σε κάθε σοβαρό desert blues πόνημα.

Άλλη μια παλιοπαρέα που έδωσε τον καλύτερο εαυτό της φέτος είναι οι αγαπημένοι μου Pere Ubu με καλλιτεχνικό καθοδηγητή πάντοτε τον τρελάρα David Thomas. Ο τύπος πρέπει να βρίσκεται συνεχώς στην πρίζα, αφού η μπάντα προσχώνεται με κάθε καινούργιο άλμπουμ σε όλο και πιο απάτητα, ερεβώδη, πειραματικά μουσικά έλη. Το φλέρτ με τον ηλεκτρονικό θόρυβο και τα post-industrial ηχότοπια είχε ξαναπάρει τα πάνω ήδη από το άψογο Lady From Shangai πέρσι, αλλά εδώ στο θεματικό κύκλο τραγουδιών που αποτελεί το “Carnival of Souls” , βρίσκεται στο απόγειο του. Το ξεκίνημα του άλμπουμ είναι ψαρωτικό, με βίαια κιθαριστικά riffs, συντριπτικά drums και κλασσική Pere Ubu αυτοκαταστροφική μελωδική γραμμή, σαν η μπάντα να θέλει να υπογραμμίσει ότι αν θέλει έχει ακόμα ένα κολασμένο, vτελιριώδες post-punk ξέσπασμα στο τσεπάκι της. Από εκεί και μετά, σταδιακά οι ενορχηστρώσεις εμπλουτίζονται με ψυχεδελικά theramins, δυσαρμονικά κλαρινέτα και πίπιζες, μυστηριώδεις λούπες, προωστικά ρυθμικά beats. Όλα ακούγονται δύστροπα και απόμακρα, αλλά την ίδια στιγμή σουρεαλιστικά οικεία, όπως μόνο αυτοί ξέρουν να κάνουν. O ηχητικός καμβάς που στήνουν έτσι, σε μαγνητίζει και σε στροβυλλίζει από κομμάτι σε κομμάτι σε μια κατάδυση στο εσωτερικό έρεβος που κρύβει ο παράξενος κόσμος του ερμηνευτικά αξεπέραστου Thomas, στην καρδιά ενός πρωτόλειου American darkness.


Kι αν από τους Pere Ubu δεν αποτελεί έκπληξη μια ποιοτική δουλειά, η θριαμβική επιστροφή των post- punk θρύλων Chrome με άφησε με το στόμα ανοικτό και τα αυτιά να αιμορραγούν από το μπριζομένο sci-fi κεραυνό του “Feel It Like A Scientist” . Ο Helios Creed, ένας hard rockin’ 58οχτάρης , καυτός και έτοιμος όσο δύο 25άρηδες, είναι σε φοβερή φόρμα. Η κιθάρα του είναι πνιγμένη κάτω τόνους βδελυρού διαπλανητικού πλαγκτόν και επιδίδεται σε ένα σεληνιασμένο κοσμικό boogie που έρχεται από τις πιο ηδονικές (μαύρες) τρύπες αυτού του γαλαξία. Προσθετικά, το στακάτο drumming έρχεται να σκάσει πάνω στα πιτσαρισμένα, μεταλλαγμένα ηλεκτρονικά εφέ που σκάνε από κάθε συμπαντική κατεύθυνση και χτίζουν τον χαρακτηριστικό Chrome ήχο. Η μαγκιά τους είναι ότι, όπως οι αγαπημένοι space metallers Voivod, μπορούν να ξεγλιστρούν αλώβητοι μες την εξωγήινη τους αλλοφροσύνη ανάμεσα σε διάφορα παρακλάδια του rock -gothic, hard rock, industrial, punk, electro – και διατηρούν αυτή την cybertronic ηλεκτρομαγνητική ενέργεια στο μάξιμουμ. Mια ενέργεια που περικλείει τα ιδία περίπου kilojoules όσα εκτοξέυσαν και οι πρόσφατοι Swans.

Φοβερές στιγμές εμπνευσμένης υπόγειας math rock ενέργειας απόλαυσα και στο αριστουργηματικό “Chills On Glass” των Dead Rider. Προσωπικό ουσιαστικά project του Todd Rittmann κιθαρίστα των υπερ-υποτιμημένων alt rockers US Maple από το μεταμοντέρνο Σικάγο. Δηλώνω ένοχος υπεροψίας και ασχετοσύνης που δεν είχα ακούσει τα δύο προηγούμενα άλμπουμ των Dead Rider.Πάλι καλά που επανακυκλοφόρησε το ντεμπούτο-διαμάντι των US Maple φέτος και τους πήρα χαμπάρι. O ήχος τους είναι συγκέρασμα διαστρεμμένου jazz rock στην σχολή Captain Beefhaert με τα υποχθόνια γωνιώδη κιθαριστικά μοτίβα του Rittmann να αγκιστρώνουν από τον γιακά, κατηφούς και λασπώδους US alt rock που φέρει όλη την χυδαιότητα των Butthole Surfers και την ανωμαλία των Jesus Lizard, σάπιου βιομηχανικού post-noise που ακουμπά τον σημερινό ήχο των Wolf Eyes, μπασάτου σχεδόν αισθησιακού electro-rock που είχα να ακούσω από την εποχή του “Cruise Yourself” των Girls Against Boys και μελωδικά πνιγηρού πειραματικού indie pop με όλη των ιδιαίτερη δυναμική των πρώτων Liars. Όπως καταλαβαίνεται, σχήμα είναι ένα αχαλίνωτα, πολυσυλλεκτικό post-rock εργαστήρι που με κάποιο τρόπο ο Rittman το κατευθύνει ώστε το όλο πειραγμένο σύνολο να ακούγεται αυθεντικά περίεργο και δύστροπο όσες φορές κι αν πάτησα το repeat. Μια μοναδική πρόταση που πολλοί παροπλισμένοι post-rockers του Σικάγο θα ζηλέψουν.

Με ακόμη μεγαλύτερη διάθεση για θόρυβο, σύγχυση και αποπροσανατολισμό συγκροτήθηκε το noise supergroup Dan l Boone. Mέλη τους ο noise freak Alexander Moskos (Aids Wolf, Drainolith), o πολύς Nate Young (Wolf Eyes φυσικά) , ο underground guitar hero Neil Hagerty(πρώην Royal Trux φυσικά, φυσικά) και οι Charles Ballas που είναι μαζί με τον Hagerty στους αποδομηστές του rock’n’roll Howling Hex. O ήχος τους εξεπίτηδες και καθεαυτού πολύπλοκος έως χαοτικός. Σε πρώτη φάση, ακούγονται σαν αυτοσχεδιάζουν και οι τέσσερις ταυτόχρονα προς τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις. ‘Άλλος τραγουδά κάτι σαν παραπονιάρικα blues ή μονολογεί ακατάληπτα, άλλος ξερνά καυτό κιθαριστικό feedback , άλλος να εκτοξεύει άτονα συγκρουσιακά power electronics και άλλος πλέκει ψιλοβελονιά ηλεκτρονικές ψυχεδελικές ακολουθίες άρρυθμες και τραχιές. Σε δεύτερη φάση, όμως, μετά από μερικές ακροάσεις, αφού πρώτα η προσοχή μου διασπάστηκε σε χίλια σημεία, αρχίζω υποσυνείδητα να απορροφώμαι μέσα στον χαοτικό κόσμο τους. Κι αυτό, μάλλον, αποτελεί απόδειξη της αφανούς δουλειάς που έχει πέσει για το project από τους τέσσερεις ώστε να δημιουργήσουν κάτι τόσο δύσπεπτο και στριφνό. Σε κάνει να αναρώτησε συνεχώς αν αυτό που ακούς έχει έστω την παραμικρή λογική βάση ή αν είναι όντως αποκύημα των πλέον ανώμαλών μουσικών μυαλών στην άλλη πλευρά του ατλαντικού. Tελικά, καταφέρνουν να σε αιχμαλωτίσουν νοητικά μες την άτονη θορυβώδη μουσική τους παράνοια με ένα τρόπο, που μόνο στους διαλυμένους πια Το Live and Shave In LA έχω βιώσει ξανά.

Πάνω που είχα κολλήσει με τους Dan’l Boone, παίρνω χαμπάρι ότι η πρώην σύντροφος και συνεργάτης του Hagerty στους Royal Trux, η απόλυτη avant garde rock γκόμενα Jennifer Herrema, τρέχει το δικό της project Black Bananas και είπα να τους τσεκάρω. Και ουάου τι αποκάλυψη! Δισκάρα! Όπως, οι Royal Trux στα 90ς αποδομούσαν και αναμόρφωναν με τον ιδιαίτερα σκαμπρόζικο τους τρόπο το classic 70s rock, έτσι και αυτό το παρεάκι της Herrema έχει βαλθεί να ξεσκίσει το αυτό το εμετικό 80s FM/AOR/sleaze rock που τόσο έχω μισήσει στην πρώτη μου νιότη ως μεταλλάς, χωρίς να αφήνει το εξίσου αναγουλιαστικό ρομποτέκ 80s synth pop εκτός της αισθητικής επίθεσης. Oι δομές του αυτών των εύπεπτων στυλ είναι η βάση για τις πιπεράτες συνθέσεις που ενσωματώνουν στοιχεία και πιο σύγχρονες τάσεις όπως το chillwave και το electro-rock. To τελικό αποτέλεσμα, βέβαια, φέρει την υπογραφή της Herrema : αλήτικο, φθαρμένο, ανατρεπτικό rock με σουβλερά hooks και μια έμφυτη τάση για λειτουργικούς πειραματισμούς με ότι της φαίνεται ενδιαφέρον. Μόνο που αυτήν τη φορά, έχει δώσει βάση τόσο στην παραγωγή που έχει πια περάσει από το βρώμικο lo-fi σε ένα φουτουριστική γυαλιστερό hi-fi, καθώς και στην χρήση synthizers και ηλεκτρονικών beats που προσθέτουν ηχητικό βάθος και φρέσκα ηχοχρώματα. Όμως, πιστεύω, αυτό που κάθιστά το Rad Times Xpress IV κορυφή είναι ότι έχει καταφέρει να συνδυάσει τόσο πολλά διαφορετικά μουσικά συστατικά μαζί με μια χαρακτηριστικά cool, χαλαρή και ασόβαρη διάθεση που μόνο με την Herrema στο πηδάλιο μπορεί αβίαστα να βγει.

  Τέλος, αν γουστάρετε κάτι τελείως απερίσκεπτα κεφάτο ακούστε το άλμπουμ επιστροφή των Half Japanese με τίτλο που δεν φανερώνει την διάθεση των αδερφών Fair για ανεπιτήδευτο ξεφάντωμα. “Overjoyed” λοιπόν, και όπως τραγουδά δύο διαφορετικές φόρες στο άλμπουμ ο Jad Fair ετοιμαστείτε να βουτήξετε σε μια λίμνη από σοκολάτα! Σε μια κλασσική περίπτωση δεύτερης νιότης ο συμπαθής 60άρης από το Maryland έχει βαλθεί να ξεπεράσει ακόμη και τον Σάκη Ρουβά στην σχετική διαφήμιση ως χορηγός θετικής ενέργειας. Με την βοήθεια του John Dieterich στην παραγωγή, οι αγαπημένοι «μισογιαπωνέζοι» αποχαιρετούν τον art punk lo fi ήχο για ένα πιο ακόμα πιο εξωστρεφές φαζαριστό indie rock με σαφές αναφορές στο ΝΥ cool garage rock των Velvet Undeground ή την πιο sexy εκδοχή τους, τους Modern Lovers. Eδώ, όμως, δεν θα ακούσεις ιστορίες για ναρκωτικά και καταραμένους έρωτες. Αντίθετα, κυριαρχεί παντού ένα παιδιάστικο αισιόδοξο μήνυμα για την δύναμη του αληθινού έρωτα, την υπεροχή των chocolate cakes έναντι του αλκοόλ και την δυνατότητα όλων μας μετατραπούμε σε ένα λαμπερό αστεράκι αν το προσπαθήσουμε. Κι αν στο χαρτί αυτά μοιάζουν ανόητα και αφελή, όταν τα ακούς μέσα σε αυτό το απολαυστικό μείγμα από κουδουνιστές κιθάρστικές μελωδίες, ξυραφένια riffs, δυνατά grooves και τουλάχιστον ιδιόρρυθμα φωνητικά δεν μπορείς παρά να παρασυρθείς στην καινοφανή χαρούμενη ηλιθιότητα των Half Japanese. Ναι, κάνε το βήμα και κυλίσου μαζί τους στην μεγάλη κολλώδη εφηβική ροζ τσιχλόφουσκα που σκαν μες τα μούτρα σου με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο!

 

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

MIKE & CARA GANGLOFF - "BLACK RIBBON OF DEATH, SILVER THREAD OF LIFE" (2014)


Μέλος των Pelt και των Black Twig Pickers ο κ. Gangloff έχει συμμετάσχει σε ουκ ολίγες κυκλοφορίες, εκ των οποίων το περσινό προσωπικό του δημιούργημα “Poplar Hollow”, τη συνεργασία του με τον Steve Gunn (Melodies Of The Savage Fix) και ετούτη εδώ, μαζί με την γυναίκα του, επίσης μέλος των Black Twig Pickers. Η μουσική που ξεδιπλώνεται σε αυτό το album δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό από απλή και καθαρή αμερικάνικη folk. Από την Α capella εκδοχή του O Death του Charlie Patton, με το οποίο ανοίγει ο δίσκος, την διασκευή του περίπου αναγεννησιακού κομματιού της Νέας Αγγλίας David's Lamentation, μέχρι τα καθαρά κομμάτια της Appalachian folk, με το βιολί και το banjo – σαν τα δύο πρώτα Black Ribbon και το Cherry River Line, το ζεύγος Gangloff μένει προσηλωμένο στη μουσική παράδοση της Αμερικής, αποδίδοντας την με τον καλύτερο τρόπο.
Το Black Ribbon Of Death, Silver Thread of Life στέκεται κάπου ανάμεσα στους Pelt και τους Black Twig Pickers. Δεν είναι ακριβώς αυτοσχεδιαστικό, ούτε τόσο ψυχεδελικό και επίσης δεν σε προκαλείς να κοπανάς τα χέρια σου, ούτε να βγάζεις κραυγές σαν κλασσικός γελαδάρης, μα από την άλλη είναι όλα αυτά μαζί. Με άλλα λόγια, αν και τα κομμάτια έχουν διαφορετικό ύφος μεταξύ τους, καταφέρνουν να δημιουργούν ένα σύνολο που σε κρατάει μέχρι τέλους μιας και δεν είναι καθόλου κουραστικό, επαναλαμβανόμενο, επιτηδευμένο. Α, και να μην το ξεχάσω, στο ζεύγος έχουν απίθανες φωνές που δένουν τελεία αυτό που παίζουν.
Τυχαίνει τελικά όλοι οι μουσικοί αυτής της κολεκτίβας που ξεκινάει με τους Pelt και απλώνεται σε πολλούς κύκλους, να είναι πρώτης κλάσης. Να ξέρουν τι θέλουν να κάνουν και να μπορούν να κάνουν άψογα. Από τους μοναδικούς και απολαυστικούς αυτοσχεδιασμούς τους και τα ψυχεδελικά τους drone, μέχρι την παραδοσιακή μουσική του τόπου τους, όλοι τους γνωρίζουν τέλεια πώς να χειριστούν την κάθε ιδέα που έχουν, το κάθε είδος με το οποίο καταπιάνονται. Είδατε, αν δεν είναι κάποιος κολλημένος και αγαπάει αυτό που κάνει…

((E A R))
((E Y E))

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

THE TERMINALS - "SINGLES & SUNDRIES" (2014)


Εντάξει, δεν υπάρχουν και πολλά να ειπωθούν για αυτή τη συλλογή. Ούτε το βιογραφικό των The Terminals θα αραδιάσω εδώ – σε ποιες άλλες μπάντες συμμετέχουν οι μουσικοί που τους απαρτίζουν ή το πόσο σημαντικοί ήταν για την σκηνή της Νέας Ζηλανδίας ή για τον μοναδιαίο τους ήχο – για όλα αυτά μπορείτε να βρείτε αρκετές σελίδες στο internet που τα αναφέρουν όλα αναλυτικότατα. Ούτε φυσικά θα αρχίσω να εκθειάζω τους δίσκους τους μέσα στα 90’s, με τις χαρακτηριστικές κοφτές και επιθετικές κιθάρες, το κάθε κομμάτι που είναι μια ευθύβολη ρήψη ενέργειας και μελωδίας.
Όχι. Το μόνο που θα πω για αυτή την κυκλοφορία – που περιέχει μερικές από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας – είναι πως ξεκινάει με ένα από τα πιο γνωστά τους κομμάτια (The Deadly Tango), ή έστω πιο γνωστό σε ‘μένα, που θυμάμαι πως με είχε ξετρελάνει τότε, στα τέλη του ’90 και δεν περίμενα να μου αρέσει το ίδιο και τώρα – μιάμιση δεκαετία και βάλε μετά. Τότε, εξάλλου, δεν είχα μεγάλο εύρος ακουσμάτων, τα αυτιά ήταν κάπως παρθένα και στην ποιότητα και στην ποσότητα, και ομολογώ ότι τα περισσότερα πράγματα που άκουγα τότε τώρα με αφήνουν αδιάφορο ή τα βρίσκω τουλάχιστον βαρετά. Όχι όμως αυτούς εδώ. Τώρα που τους ξανακούω η γνώμη μου δεν αλλάζει καθόλου. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο αυτό που είχαν κάνει: το μπόλιασμα των pop μελωδιών σε έναν σκληρό και κάπως punk ήχο, πλούσιο όμως σε αυτοσχεδιασμούς και θορυβώδη ξεσπάσματα.
Στο μυαλό μου, λοιπόν, συνεχίζουν να στέκονται δίπλα στους Fugazi – χωρίς να έχουν και πολλές ομοιότητες στον ήχο, ούτε φυσικά στους στίχους, νομίζω πως η μουσική τους ακολούθησε μια παράλληλη πορεία. Ακόμη και στο τέλος. Στο ήπιων τόνων, ζεστό και εσωστρεφές The Last Days Of The Sun (που απουσιάζει εντελώς από αυτή τη συλλογή), μπορεί κάποιος να βρει αναλογίες αντίστοιχες με το λιτό, χωρίς ουρλιαχτά και εντάσεις, The Argument των Fugazi.
Αλλά μην ακούτε έμενα. Κατεβάστε την δισκογραφία τους και τοποθετήστε την στον φάκελο που έχετε τις κλασσικές και αγαπημένες κυκλοφορίες. Εκεί, άλλωστε, είναι η θέση των The Terminals.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

RICHARD YOUNGS - "RED ALPHABET IN THE SNOW" (2014)


Για τον Richard Youngs έχουμε γράψει πολλές κριτικές σε αυτό το blog – αποτελεί έναν από τους πιο αγαπημένους μας μουσικούς. Μέσα σε δυόμιση περίπου δεκαετίες έχει καταφέρει, ο άτιμος, να δημιουργήσει ένα κάρο κυκλοφορίες· σε βαθμό που, και ο πιο μεγάλος του fan, εύκολα χάνει την μπάλα. Πολλές από αυτές είναι καλές, κάποιες είναι μέτριες, κάποιες το πολύ ενδιαφέρουσες, κάποιες κακές. Τα τελευταία δύο- τρία χρόνια έχει επιδοθεί σε έναν ανεξήγητο μαραθώνιο με στόχο να ηχογραφήσει σε όλα τα είδη μουσικής. Pop, noise, dub, Techno, κοκ. Αυτή η προσπάθεια, όσο respect κι αν είναι σαν σκέψη, δεν έχει αποδώσει πάντα καρπούς. Ναι, υπάρχουν μερικοί δίσκοι υπέροχοι (όπως το Valley Of Ultrahits) όμως οι περισσότεροι είναι μέτριοι, ίσως και κακοί – σε βαθμό εκνευριστικό. Σε βαθμό που να σκέφτεσαι, καλά όλα αυτά ρε αγόρι μου, αλλά δεν πιάνεις πάλι την κιθάρα και την folk, που την ξέρεις και την κατέχεις; Γιατί σε αυτό, στη βρετανική folk και στην ακουστική κιθάρα, όπως και να το κάνουμε, είναι από τους κορυφαίους της εποχής μας.
Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελείται μόνο από δύο κομμάτια. Στη βάση τους instrumental, στη βάση τους μόνο με κιθάρα. Το ύφος; Αυτό στο οποίο μας έχει συνηθίσει από την εποχή της Jagjaguar: Λιτές μελωδίες που επικαλύπτονται μεταξύ τους, δοσμένες μέσα από ασυγχρόνιστες λούπες, φαινομενικά παράταιρες. Η ακουστική κιθάρα παίρνει πάλι τον πρώτο λόγο και χτίζει έναν ατμοσφαιρικό, ζεστό και καθαρά βρετανικό ιστό – όχι τόσο συναισθηματικό, μα περισσότερο ψυχεδελικό με μια πολύ υπόγεια ροή των υπόλοιπων εγχόρδων που χρησιμοποίει (banjo και sitar – για παράδειγμα). Όλα βέβαια ακολουθούν μια κυκλική πορεία, λες και τα κομμάτια αναπνέουν, μέσα από τις ανεξάντλητες λούπες του Youngs, που συνεχώς εμπλουτίζονται, όλο και πιο ασυγχρόνιστα και ταυτόχρονα διαολεμένα συγχρονισμένα. Κάπου, μέσα στα 17 περίπου λεπτά που διαρκεί το κάθε κομμάτι, εμφανίζονται κρουστά ή οι λούπες σταματάνε στιγμιαία για μια απλή μελωδία ή κάπου ακούγονται φωνητικά, μια φλογέρα – γενικά, αν και πεισμωμένα επαναλαμβανόμενα, τα δύο αυτά κομμάτια έχουν παραδόξως μια progressive πορεία – εναλλαγές που αρμόζουν άλλωστε στην βρετανική folk.
Είναι αλήθεια, αυτό το ιδιωματικό folk πράμα που μπορεί να παίξει μόνο αυτός, είναι τόσο μοναδικό, παραισθητικό και απολαυστικό που δύσκολα ξεκολλάς από πάνω του. Είτε σε δίσκους του παρελθόντος (όπως τα May, The Naive Shaman, Autumn Response, Under Stellar Stream) είτε σε κυκλοφορίες σαν αυτό το ταπεινό 12’’. Και, προσωπικά, δεν το χορταίνω, ούτε το βαριέμαι. Τουναντίον, θα έλεγα.



((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

XYLOURIS WHITE - "GOATS" (2014)


Kάλιο αργά παρά ποτέ! Με την παρούσα συνεργασία η κρητική μουσική, μια έκφανση της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής, τρώει ένα σκαμπιλάκι στα οπίσθια που μάλλον έπρεπε να το είχε γευθεί καιρό τώρα. Μεταμορφωμένη, εδώ, η ως μια τίμια ethno/psych μουσική πρόταση μπορεί πια να αναμετρηθεί στα ίσια με άλλες παρόμοιες προσπάθειες όπου ξένες παραδοσιακές φόρμες έχουν αποτελέσει πεδίο έμπνευσης για πολλούς πειραματιστές.

‘Oπως παλιότερα o Arto Lindsay με το fado, οι Sun City Girls με την ινδική, μεξικανή, αραβική κτλ o Haino με την γιαπωνέζικο Noh και φυσικά πάμπολλοι βρετανοί με την δική τους folk, έτσι και ο Ψαρογιώργης - γιός του superstar της Κρητικής μουσικής Ψαραντώνη- την βλέπει αλλιώς και κοιτάει να απλώσει το ερμητικό, λακωνικό ύφος των παραδοσιακών ριζίτικων δρόμων πέρα από τα Όρη και τα βουνά της λεβεντογέννας. Συνοδοιπόρος του σε αυτό το πρωτοπόρο μουσικό ταξίδι ο ελληνικής καταγωγής / αυστραλιανής υπηκοότητας αεικίνητος δαμαστής των κρουστών και των κυμβάλων Jim White. Και η χημεία μεταξύ τους είναι απολαυστική. Κατ’ αρχήν, ατομικά, Ξυλούρης, ο αναδεικνύεται σε μέγα μάστορα του λαούτου. Μιλάμε για βιρτουόζο. Το παίξιμο του είναι ευρύ και ευφάνταστο, στιγμές απότομο, κοφτό, σχεδόν post- punk, άλλοτε λυρικό, μελωδικό και ανοικτό σαν μια φωτεινή εκδοχή του John Fahey πνιγμένη στο κρητικό λάδι. Από την άλλη, Ο White, όπως έχει κάνει με επιτυχία στο παρελθόν σιγοντάροντας των Warren Elis στους Dirty Three, συμπεριφέρεται ιδανικά σε ένα τόσο ευαίσθητο γητευτή εγχόρδων όπως ο Ξυλούρης. Γνωρίζει πότε να επιταχύνει και να κλιμακώσει με βαθειά κυκλωτικά χτυπήματα, πότε να παίξει αλαφροπάτητα ώστε να αφήσει χώρο να ξεδιπλωθούν οι περιπαικτικές μελωδίες του λαούτου.

Τα περισσότερα κομμάτια, βασίζονται βέβαια σε μια βασική μουσική ιδέα παρμένη από την παράδοση σαν την σούστα και το συρτό αλλά στην πορεία μεταλλάσσονται με ελεύθερο πνεύμα σε μικρές εκρήξεις εμπνευσμένων ανατροπών στην φόρμα, κρατώντας τον συναισθηματικό κορμό του αυθεντικού ακέραιο όμως. Γ ι αυτό και το πείραμα είναι πραγματικά επιτυχημένο. Δεν αναλίσκεται σε αντιφορμαλιστικές αυτοσχεδιαστικές εμμονές που τελικά δεν κρατούν το ενδιαφέρον. Ιδανικά, δεν χρησιμοποιούν απλά την Κρητική μουσική ως όχημα πειραματισμού, αλλά την εντάσσουν σε λιγάκι διαφορετικό πλαίσιο ώστε να μπορεί πάντοτε να αναπνέει τον ιδιαίτερο παθιάρικό μεσογειακό της αέρα. Και όταν προς το τέλος του άλμπουμ, μπαίνει αναπάντεχα και το ριζίτικο τραγούδι στο κόλπο με στίχο που εγκωμιάζει τους ποταμούς και τα δάση του αγαπημένου τόπου των δύο πολυταξιδεμένων μουσικών, δεν μπορείς παρά να συμπάσχεις κι εσύ με τον ειλικρινή νόστο του ξενιτεμένων κοπελιών.

Y.Γ. ...έχει και Guy Piccioto στην παραγωγή έτσι για να πωρώνομαστε οι φουγκαζικοί!

((E A R))
((E Y E))

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

SUPERSILENT - "12" (2014)


Οι Supersilent είναι μια μπάντα που δεν είναι μπάντα. Παίζει κομμάτια που δεν είναι κομμάτια. Γράφει μουσική, δίχως να έχει τίποτα γραμμένο. Είναι ένα τρίο γρίφος.
Από το 1998 και τις πρώτες τρεις κυκλοφορίες του, οι Arve Henriksen, Ståle Storløkken και Helge Sten όταν βρίσκονται σαν Supersilent δεν μιλάνε καθόλου για μουσική, δεν ανταλάζουν απόψεις, δεν έχουν σημειώσεις· τίποτα προετοιμασμένο – παίζουν έναν καθαρό αυτοσχεδιασμό. Οι δίσκοι τους ονομάζονται μόνο με αριθμούς, τα εξώφυλλα του Kim Hiorthoy είναι όσο πιο απλά γίνεται (μόνο το χρώμα και ο αριθμός αλλάζει δηλαδή σε κάθε νέο album) – τα πάντα γύρω τους καλύπτονται με μυστήριο και με μια στενοκέφαλη, θαρρείς, αφαιρετικότητα. Όσο για την ίδια την μουσική τους; Ε, όποιος έχει ακούσει ξέρει: αν και δεν έχει εξάρσεις και εντάσεις, αν και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γενικό ηχητικό χαλί, είναι τόσο ιδιότυπη και επιβλητική που ή σε πιάνει από τα μαλλιά, ή σε αφήνει εντελώς αδιάφορο – φυσικά οι όποιοι μουσικοί χαρακτηρισμοί και κατηγοριοποιήσεις για τον ήχο τους είναι πλήρως άστοχοι και άκυροι.
Το 12ο album τους λοιπόν έρχεται 4 χρόνια μετά το 11ο. Έχει προκύψει από 3 διαφορετικά session του 2011 – δεν ξέρω γιατί άργησαν τόσο να το κυκλοφορήσουν. Ο στεγνός και συμπαγής τους ήχος βέβαια παραμένει ίδιος: οι στιγμές της απόλυτης ησυχίας παίζουν τον δικό τους ρόλο πάνω στους αυτοσχεδιασμούς, τα βαριά drones, όποτε δεν σχηματίζουν μια απόκοσμη ατμόσφαιρα, συνθέτουν παραισθητικές αρμονικές, η τρομπέτα εμφανίζεται που και που σαν αυλός που γοητεύει φίδια με αργόσυρτες μελωδίες, κάποια beat σκόρπια ανάμεσα στα κομμάτια, ο ήχος του πιάνου επίσης. Η ροή των κομματιών είναι στιγμές που σε αποκοιμίζει, στιγμές που ακούγεται σαν τρελός εφιάλτης, στιγμές που γλυκαίνει λες και πάει να γίνει μελόδραμα - κοντολογίς η μουσική των Supersilent παίζει με τα αυτιά σου.
Τώρα οι διαφορές με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες; Τι να πω. Οι περισσότεροι ψυχροί βόμβοι του Helge Sten ίσως, με πολλά σημεία να θυμίζουν τις κυκλοφορίες του ως Deathprod; Η μικρότερη συμμετοχή της τρομπέτας και γενικά τα λιγότερα σημεία δομής που σε κάποια τους album έκαναν κάπου-κάπου την εμφάνιση τους; Η ουσία βέβαια είναι αναλλοίωτη, ένα από τα 13 κομμάτια να ακούσεις καταλαβαίνεις αμέσως πως πρόκειται για Supersilent.
Ε, για το επόμενο ας μην περάσει τετραετία πάλι, εντάξει παλικάρια;



((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ROBERT SCOTT Ft. TINY RUINS - "THE GREEN HOUSE" (2014)


Ο έρωτας και ο βήχας (και δη ο τσιγαρόβηχας, μιλάω εκ πείρας) ως γνωστόν, δεν κρύβονται. Και ομολογώ πως ποτέ δεν προσπάθησα να κρύψω το μεγάλο μου έρωτα για τη μουσική σκηνή της Νέας Ζηλανδίας. Σχεδόν ότι έχω ακούσει από αυτό το μικρό και απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη ανά τα χρόνια είναι αριστούργημα. Από πού να αρχίσει κανείς και που να τελειώσει – μια αστείρευτη ποσότητα από μπάντες και κυκλοφορίες με μια αποστομωτική ποιότητα σε μελωδίες, πειραματισμούς, τραγουδοποιία.
Σε αυτά τα αριστουργήματα συγκαταλέγεται, με ευκολία, το καινούργιο πόνημα του Robert Scott. Για όσους δεν τον γνωρίζουν πρόκειται για έναν βετεράνο της σκηνής – κιθάρα στους The Bats, μπάσο στους The Clean. Από τα προσωπικά του album, νομίζω πως το φετινό είναι ίσως το καλύτερο. Κιθαριστική pop μουσική, με πολλά επίπεδα στις μελωδίες, με μια γλυκόπικρη αίσθηση - μια ακροβασία ανάμεσα στη μελαγχολική χαρά και την ανάλαφρη λύπη στην ατμόσφαιρα - με αρκετό βάθος στον ήχο· μα ταυτόχρονα αρκετά απλό και λιτό. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι βασισμένες μόνο στην ακουστική κιθάρα – αν και δεν λείπουν οι πλήρεις ενορχηστρώσεις, με drums, πιάνο, πλήκτρα και όλα τα συναφή. Τα κομμάτια στα οποία συμμετέχει στα φωνητικά η Tiny Ruins, έχουν μια απροσδόκητη ζεστασιά και αμεσότητα και δίνουν το κάτι παραπάνω στο σύνολο. Σε γενικές γραμμές είναι οι πολύ συνεκτικές και καθαρές μελωδίες που κάνουν αυτή τη συνηθισμένο pop να ακούγεται τόσο ευχάριστα και στο repeat.
Δεν ξέρω τι στο διάολο γίνεται εκεί, στη Ν. Ζηλανδία, και ιδίως στο Dunedin και το Christchurch. Πως δηλαδή καταφέρνουν να έχουν έναν πολύ συγκεκριμένο ήχο όλες περίπου οι κυκλοφορίες, από τις πιο ακραίες noise μέχρι τις πιο απλές pop, οι κιθάρες να είναι τόσο κοφτές και ταυτόχρονα με γεμάτο ήχο, οι μελωδικές γραμμές τόσο έντονες και διαπεραστικές. Τελευταία έχουν βγει στην πιάτσα πολλές επανακυκλοφορίες από τα ιερά τέρατα της σκηνής και ιδίως της Flying Nun. The Bats, The Verlaines, The Clean, κτλ – ένας απίστευτος κατάλογος μουσικών διαμαντιών από τις δεκαετίες ’80 και ’90. Θα έλεγε κανείς πως τότε ήταν η χρυσή εποχή της Ν. Ζηλανδίας και μάλλον θα έχει δίκιο, όμως, τελικά, βγαίνουν συνεχώς αξιοπρόσεκτοι δίσκοι από εκεί – η παραγωγή δεν έχει σταματήσει ποτέ και υποθέτω πως δεν θα σταματήσει.
Υ.Γ. Αν κάποιος έχει καμιά άκρη για εκεί, κάποιον γνωστό, συγγενή, οποιονδήποτε που να προσφέρει εργασία ας επικοινωνήσει μαζί μου. Είμαι τόσο πωρωμένος που διατίθεμαι να φύγω και αύριο το πρωί.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

IGNATZ & DE STERVENDE HONDEN - "TEENAGE BOYS" (2014)

Ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες των τελευταίων χρόνων – και καλύτερος όχι γιατί έχει μια τρομερή και φοβερή τεχνική, όσο γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει τον δικό του, εντελώς δικό του, ήχο – αφήνει τις solo ηχογραφήσεις και με την συνοδεία των De Stervende Honden (τι σημαίνει τούτο ιδέα δεν έχω – τα φλαμανδικά μου είναι τόσο καλά όσο τα οικονομικά του κράτους) δημιουργεί έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ignatz είχε αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Ναι, σαφώς και το ιδιότυπο ύφος του ήταν και είναι ξεχωριστό – η ξεκούρδιστη κιθάρα, τα παράφωνα ακόρντα, οι ασυγχρόνιστες μελωδίες· ότι τέλος πάντων θεωρείτε γενικά λάθος στα χέρια του γίνεται, μαγικά σχεδόν, σωστό – και, ναι, οι πρώτοι δίσκοι του, ιδίως τα “ΙΙ”,“ΙΙΙ” και γενικά μέχρι το “I Hate This City” είναι κοντολογίς αριστουργήματα, μα από τότε περίπου και μετά άρχισε να κοπιάρει τον εαυτό του, ο ήχος του κατάντησε κάτι σαν μανιέρα, φαινόταν ότι χρειαζόταν κάτι να του δώσει μία καινούργια ώθηση και αυτό βρέθηκε τελικά στους De Stervende Honden. Μαζί με αυτούς λοιπόν χτίζει με έναν απολαυστικά υπέροχο τρόπο 5 μεγάλης διάρκειας ψυχεδελικά κομμάτια. Και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν φανταζόμουνα ποτέ τον Ignatz να παίζει σε μπάντα, την κιθάρα του να πλαισιώνεται με κάτι περισσότερο από τις βραχνές παραμορφώσεις πάνω στις δύστροπες συγχορδίες – ο ηχητικός κόσμος που έπλαθε έμοιαζε πάντα να είναι μοναχικός. Κι όμως, τελικά, όχι.
Εντάξει· οι μελωδίες θυμίζουν πολύ Velvet Underground ή/και Nico, εντάξει· η παραγωγή παραπέμπει υπερβολικά στην δεκαετία του ’60, και εντάξει· μερικές φόρες είναι ενοχλητικό που δεν μπορείς να καταλάβεις τι ακριβώς ψελλίζει στους στίχους, μα με τίτλο Teenage Boys, τι άλλο περιμένετε δηλαδή; Και, άλλωστε, τι σημασία έχουν αυτά, όταν τα κομμάτια καταφέρνουν να κάνουν την δουλειά τους μαγνητίζοντας στον έντονο, ρυθμικό, ζωντανό και περίπου εκρηκτικό ήχο τους; Εξάλλου τα solo του Ignatz είναι το κάτι άλλο, θα τολμούσα να πω ότι θυμίζουν κάτι από Neil Young – όχι τόσο στην χροιά, όσο στο πόσο εύκολα γλιστράνε μέσα στη μελώδια – όπως, επίσης, και τα μελωδικά περάσματα είναι το κάτι άλλο· μετά από δύο-τρεις ακροάσεις σου καρφώνονται με άνεση στο μυαλό.
 Ή, για να το πω αλλιώς, στην κλασσική σύνθεση μπάσο-κιθάρα-drums δεν νομίζω να ακούσω τίποτα καλύτερο μέσα στον επόμενο χρόνο.


((E A R))
((E Y E))

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

50 FAVORITE 2013 ALBUMS




This year’s session cut by the greatest improvising rock trio of our times followed the huge leaps of yesteryears “ Imikuzushi” with an even more widened sense of sonic scope. Along with the blazing black lava screech they have perfected by now, came moments of still contemplation and fluctuating, fleeting flute fluidness.






Loyal to his simple yet complete style of American folk, Mr. Jones continues in his 5th solo album to create beautiful ragas on his 12string guitar and banjo. Melodies and rhythms overflow on every track, everything here is set to a calm state, full with emotions.




Harping back in time, O’ Dwyer painstakingly created an inviting epic, ethereal medieval-like world of her own Albion self reflection, full of feminine sentiments and philosophical questions and so kept her hermetic folk project very relevant.




With hints from the outer-limits folk of Ghedalia Tazartes and the coldness from experimental electronics such as Mika Vainio, Becker searches through decomposing the boundaries of the contemporary musical language. His conclusions are deeply hidden in this mysterious release and, believe me, they’ll reward you if you listen carefully.




In a completely unpredictable move Bryan Ferry conducted a group of eight fine young players to imagine his repertoire through the eyes of a smoky 30’s Dixieland jazz orchestra. In the precise imitation of that period’s sound the old Roxy melodies came alive again with an unprecedented zest. The tempos and instrumentation may have been costumed to the interwar jazz standards but the sophisticated sentimentality of classic Ferry songwriting shone above it all with a bright new light.




Disrupting their neutral electro europop formula by snatching in snippets of menacing beat blobs, chaotic loops and tranced out drones, the Swedish sisters dispensed a powerful progressive avant dance album to match up with their newfound leftist political rage.




The slow and hypnotic beginning drags your ears into a place of no return. A place where the visceral and cruel black metal of the two long-lasting tracks, will eat your skull. Or something like that. Subtle, grim, simple and, of course, totally amplified. Or just great.




This isn’t another album that sounds like John Fahey. It’s much more. Irish Cian Nugent teams up with a whole band that provides a jazzy, New Orleans’ wave into his American primitive folk. The tracks can surprise you at every corner, making a sudden turn from psych-folk to drone to blues to rock’n’roll. Truly a masterpiece.




Dystopian electronic soundscapes mixed with outstanding lyrics. Sometimes dark, sometimes bright, there are moments that you’ll find yourself lost in this deep and melted dub, others listening carefully the repeated words. Don’t miss it.




We could have picked any 2013 release by the prolific Rob Mazurek – so good was everything he adorned with his horn. Probably his more approachable project, the post-jazz Brazilian collaboration threw away any previously used hip hop elements for a rare cosmic, hot, tropicalia infused sound. Rare in the sense that how often you can find an experimental record with such stealthy dance grooves, turbulent vibe and extrovert positive force.




Second adolescence? Yo La Tengo returns to their roots, making the same music as they have been at early 90’s. If they weren’t that perfect, it would be nonsense. But with the best indie band it’s only pleasure for our ears.




Two mouth dropping performances of the same heavy and multilayered composition. 4 years gap in between. Hear how time can transform - or not - this noisy, chaotic, constantly changing and amplified beauty.




The 2013 fur collection was a gleefully, glittering dark synthetic one that was patched up by catchy pop elements, Coil-like brooding atmospherics and folktronic maneuvers. All in all it wore on our ears very nicely.




One of their best albums so far. “Earth” imitators have grown-up to a magnificent psych, ambient, sci-fi sonic construct; thick and solid, yet ethereal and foggy. Melodies are bubbling under an expanding noise spectrum - the atmosphere the two guitars are building will give you, with maximum volume, the creeps.




Most successful emission from the north England avant rock scene. Building up from where Volcano The Bear stood (minor the Nurse With Wound collages), the Doctors came up with a unique blend of spazz jazz, cinemascopic ambience , brit folk and neoclassical musak. No samples or electronics here to dull your brain, just analog dark hued elegance oozing out of every weird thematic twist.




Having Kieran Hebden in production and a polish, clean sound for this Middle East wedding party music, is, of course, a challenge. But Mr. Souleyman doesn’t have any problem at all. He can move traditional dabke music into western dancehalls in the blink of an eye – and he can do it perfectly.




Instrumental music that balances between modern classical, ambient and contemporary composition, based on cello. Vibrating with emotions and multi-layer melodies, this haunting and cinematic album necessitates many hearings.




This surreal collage of found everyday sounds, pretty little noises, instrumental embezzlement and demented ventriloquist vocalizations and linguistic anomalies in the end is, always in a weird way, Nyoukis most musical work to date and for that his most fulfilling.




with a starting point of noise-rock, and influences like Dead C; metal rouge are building a post-modern album, blending fake-kraut rock, endless blurry delays, de-synchronized loops, phych-rock, etc. You can love or hate them, there’s no other way around.




An up-tempo, post-punk praise to Captain Beefhart. Also a deformed, delusional feast of rhythmical dissonance - or an autistic experimentation. All these may sounds bad, but from the hands of Arrington De Dionyso, are absolutely mind-blowing.




The sound of seagulls at the beginning, introduce us to this supernatural journey over the sea. The warm and melodic sound of Call Back The Giants slowly haunts the air as the soundscapes crave the limits of the unknown; into this marine exploration.




A triumph of raw naked electric / acoustic guitar beauty by this year’s welcome surprise. The much- free travelled Anderson nurtured on road these desolate country folk/delta-blues fingerpicking adaptations to display one of the most dexterous and meditative albums of American primitive guitar since the departure of you guessed who…




Unique and wonderful. The circular notes flow from the saxophone of Mr. Steston grabs your ears from the first second. Every single track is evolving with the combination of many melodies-noises-sounds carefully stack up to a magical peak. The perfection in everything here can leave you speechless. This album is a total extraordinary listening experience.




An unexpected return to form for Martin Phillipps and his legendary Chills project was signaled with a casual live album recorded Dunedin. This time he seems to have picked up the right crew of kiwi rockers to waltz through the perfect pop back catalogue of the group. The guitars are murky and twiggy at the same time, the violin and keyboards at their most fierce, his nasal flow still fascinating and when the classic tunes are played with that pathos and force, who needs new ones anyway.




Four layered dried-out, eastern tinged, shamanistic inveterate drones for effective transportation to the other side. Helpful for those seeking a blissed out escape from the daily routine but are feed up with all the hypnagohipsters out there.




An hour filled with the hypnotic and majestic pelt’s improv. Banjo, violin, percussions, piano and harmonium take their place to this never ending psych music dialogue that captures the pure core of blues, folk and americana. Vivid, kaleidoscopic, smouldering, transcendent – or in one word: marvelous.




Simplistic musical snapshots of places you will never be taken through the smudgy lens of the legendary anti-natural noise mavericks. What sounds like amateurish hazy chamber music from a safe distance, reveals strangely resonating sonic textures if you follow closely down the gnarled avant-garde path.




Apart from the delicious “You Have Already Gone to the Other World”, the other good deed in 2013 was to track down and beautifully record the great gypsy Turkish clarinetist and his magical orchestra. A dazzling instant epiphany of an album, it showcased tradition Balkan music at its most forceful, imaginative and rebellious peak. The best non-western neo-ethnic treasure trove since Omar Souleyman.




Almost motorik, synth based, dance noise. Fuck buttons have the talent to take any sound available and misrepresent it to a melodic firecracker, creating aggressive tecnho-ish music build on many-many-many layers, which can – surely – blow your brains out. This album is certainly not slow, neither focused. But it is their magnum opus.




By feeding up naive 80s pop hits to the most reliable and yet voracious avant post-punk / electro pop machine ever , PereUbu transformed neon pink retro dreams to surreal sonic nightmares of David Lynch proportions.




Endless is the key word here. Endless phych-rock, endless amplified solos, endless energy, endless jam, endless pleasure. Testosterone floats in this delusional grotto filled with mud guitars, fuzz pedals, wah-wah and stubbornly repeated bass lines.




These beautiful electric guitar / voice renditions of French folk songs drift hectically and drone despondently to paint a flawless romantic portrait of pure pastoral champagne Normandy.




Like a fresh wild flower blooming the young polish trio specialized in a very poetic exploration of the Jewish jazz idiom. In an admirable low key recording they showed respect to the klezmer tradition with their delicate and thoughtful playing and at the same time tried to add dark post-punk futuristic colors that made things even more interesting.




Hearing this super-group is one of a kind incident. They drag you without your knowledge or will, to a new territory – they initiate you with their ritualistic music to a, dark and cloudy, reversed fairy tale. Melodic themes with many eastern influences are monotonously repeated, a ghost from the old western films is hovering over the album, heavy noises and epic rhythms compound this masterpiece. Five stars (in cryptic order, obviously).




The relentless explorers of ever shifting ambivalence presented a three-folded improvisation based on their usual sound palette of melodic pianissimo scales, polyrhythmic cymbal work and deep bass resonations. The result was another masterpiece of ingeniously smooth transition music that is thought absorbing, time stretching and finally mind alternating.




A slowly growing record of deeply affecting post rock by the astonishingly improved and matured English trio. Incorporating a solemn reeds ensemble and the Synergy Vocal Ensemble they manage to widen their sound palette with mysterious, interlocking stratums of endoscopic neoclassical passages and opened horn explorations that could have come from Coil if they took a more orchestral direction. Afloat on this vast dark ocean is the mourning flattened-out voice of Jack Barnett half singing half whispering and in this desperate way conveying emotions as richly human as in Mark Hollis earlier efforts with Talk Talk.




Crafted by lost lasting and well tested melancholic Scott pop ingredients, “Slow Summits” disarmingly straightforward emotional brilliance, stroke our most vulnerable indie rock reflexes.




The triumphant return of the American master of grandiose melodrama took place with this compilation of recycled songs and rethought vignettes where the exquisite arrangements meet with a profound political irony that dealt with all the recent controversies in the US of A.




Wonderful old school - old fashion Appalachian folk. If this doesn’t excite you, don’t listen to this diamond. If it does, this is a masterpiece that collides magically everything from West Virginia to Kentucky. Lay down to your hammock, with a wheat stalk hang out from your mouth. Cover your eyes with your hat and, simply, enjoy.




Stunning representation of Romanian, Hungarian, Bulgarian and Ukrainian traditional music. From rousing Balkan dance music, to slowcore mellow ballads, Jeremy Barnes and Heather Trost make a frantic album that sounds equally old and new. Needless to say that the times I listened to this beauty throughout the year, are uncountable.




Upon last Decembers merry wake our beloved bonnie lassie set out to record his most ambitious material in order to fuse the horizons of heartfelt Scottish folk with complex prog rock arrangements and his genius lyrical parabola. To no surprise the end breed was the cornerstone of his solo work.




Once again the Finn fuck ups hound a way to reinvent themselves. As soundtrack to a documentary for a 7 day one-mile paved track run, the sounds were just as frantic, with flashy prog keys, repetitive heart-stomping riffage and motorik steady-fast drumming to the point of physical and mental hyper-exhilaration. Now, that we have this perfect psychedelic non-stop jog on music there’s no excuse for all us weirdos to stay on our couch.




Warm and sentimental string melodies are followed by a moody clarinet. Middle-eastern tracks by slow ballads or dance Arabic themes. The album unravels with powerful tracks that can easily seduce you and, on top of that, the transition from and into the folk and ambient species is magnificent, the melodies and the build-up also – the result excellent.




This laidback and sunburnt psych country rock was a major attainment for the ever fecund Brooklyn guitarist. In a cool and unforced way he made contact with his hidden songwriting muse and delivered six circular, overt and self recycling finger picking motifs to lay upon his plain, soft vocals and for the rest of the group to jam around. The result was a new exceptional golden breed of American folk played with a rare sense of holistic purpose and rumbling freedom.




Interspersed laid back Americana with blues and jazz elements. The irresistible cool voice of Tim Rutili floats among blooming folk melodies – there’s no tension here, no sentimental passages, no peaks or troughs; only the enjoyable quicksand of a relaxed atmosphere.




Do you like post-punk? Electro-punk? Thug rap? Abstract drum machines and simple-rough samples/rhythms? Aggressive and mockery lyrics? Cynical and ironic political comments? Bands like The Fall or This Heat? Do you feel angry with the austerity in Europe? Pissed off with the economic crisis? Then your band is Sleaford Mods – you’ll hear Austerity Dogs over and over again. If not, then sorry, you really have a problem and you probably need professional help.




The tall, bold and twisted Arabo-lover promised an Egyptian super-rocking band and indeed delivered the best firmly structured, conceptual even straight catchy rock n roll album of the year. Possibly the only American in the Muslim world that is not a C.I.A. spy, Alan Bishop served more than ever his own homeland of 60’s garage and psychedelia in this double album. Here, his rare talent to twist and turn around every rigid western rock convention was passed over to the rest of the Invisibles. As a result, came this terrific Nile beast where his own dark yet humorous lyrical material was cooked together with the mid-eastern hot strings and drums of his friends from Cairo to produce a very special sonic cherry kebab.




Sam Shalabi’s large arabocentirc ensemble embarked on a Middle Eastern trip towards a fertile desert oasis where many disparate musical styles –free jazz, cool jazz, classic Arabic, classical, avant rock, female Egyptian pop- criss-cross, meet & breed a juicy, big psychedelic mango for us to feast upon. Hopefully, in years to come this grand statement will be hailed as the springboard for a New Weird Arabica.




Unexpected. The folk king returns to his roots. Dark and esoteric, the perspective we used to hear from Will Oldham almost 15 years ago – in his palace era. Leaving aside his last attempts with full band and colorful songs, he is using again only his detuned guitar and his voice as weapons to create hair-raising melodies with powerful lyrics that dig deeply to the core of existence. You can easily lose a week, a month, a year in this rare impeccable album.




This is a unique gemstone that explores a new and unknown land of sounds. Balancing between ambient and doom metal, melody and drone this group of strings conquers the impossible: to create something unaccustomed that can be cold and sentimental at the same time, dark and bright also. Its 32 minutes can be easily turn into an obsession – and had, for me. Or become a soundtrack for the chained and imprisoned state – the state into we all, now and then, feel trapped.