Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

AYE AYE - "S/T" (2015)

Δεν μπόρεσα να βρω και πολλές πληροφορίες για αυτό το δίσκο – στα περισσότερα site βρήκα αναδημοσιευμένο το λιτό δελτίο τύπου της δισκογραφικής εταιρίας, φαίνεται πως η βαρεμάρα των ανθρώπων που ασχολούνται με τη μουσική γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη.
Οι Aye Aye είναι εν μέρει ένα side project των Bardo Pond, αυτό κυρίως μας ενημερώνει το δελτίο τύπου και η αλήθεια είναι πως αυτή η πληροφορία είναι κάπως περιττή. Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα αντιλαμβάνεσαι πως αυτές οι κιθάρες, αυτός ο ήχος, αυτές οι μελωδίες, δεν γίνεται να είναι κάτι άλλο πέραν από Bardo Pond. Δεν ξέρω τι στο καλό κάνουν στις κιθάρες τους, τι πετάλια χρησιμοποιούνε (ομολογώ πως είμαι και λίγο άσχετος από αυτά) ξέρω όμως στα σίγουρα πως οι άτιμοι καταφέρνουν να βγάζουν έναν πολύ συγκεκριμένο ήχο, μονολιθικό, ψυχεδελικό, χαοτικό και παράλληλα εκστατικά απλό. Ε, αυτός ο ήχος υπάρχει και σε αυτό τον δίσκο: οι αργόσυρτες μελωδίες, τα πολλά distortion και τα delay, η επίμονη επανάληψη μοτίβων, το τείχος του θορύβου. Υπάρχει επίσης μια φυσαρμόνικα, ναι φυσαρμόνικα, που δένει άψογα με αυτές τις κιθάρες. Αργόσυρτη και αυτή, νωχελική και επίμονη – ακούγεται περίπου σαν τις κιθάρες, προσθέτοντας μια διαφορετική χροιά στον ήχο, που σταδιακά πλάθεται σαν ένα βαριά ηλεκτρισμένο desert blues –θυμίζει κάτι από τους Earth, ή τέλος πάντων βαίνει προς αυτή την κατεύθυνση.
Εντάξει, δεν λέω, έχω ακούσει και καλύτερους δίσκους από τους Bardo Pond, αυτό όμως δεν λέει και τίποτα. Η συγκεκριμένη κυκλοφορία μπορεί εύκολα να σε τραβήξει στον γαλαξία της, να σε ρουφήξει μέσα στον κυκλικό της ρυθμό, τον σχεδόν έρποντα και αέναο θόρυβο της(σαν το λεμούριο της Μαγαδασκάρης από το οποίο δανείζεται το όνομα της αυτή η κυκλοφορία) Θόρυβος που δεν είναι καθόλου επιθετικός, κάθε άλλο, είναι ήπιος και φιλικός, κάτι σαν ανοιξιάτικο απόγευμα στον Αμερικάνικο νότο, με το απαλό αεράκι και την απαραίτητη αιώρα.


((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

KIM DOO SOO - "DANCE OF HUNCHBACK" (2015)

Τριάντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, ο Κορεάτης τροβαδούρος της θλίψης επιστρέφει με τον, ίσως, πιο ολοκληρωμένο του δίσκο. Τα συστατικά είναι πάνω-κάτω τα ίδια με τα προηγούμενα πέντε album: finger-picking στην κιθάρα με κάποια ρυθμικά μέρη, απλός ήχος δίχως πολλές εξάρσεις και σκαμπανεβάσματα στην ένταση, η γνώριμη ψιθυριστή και κυματιστή φωνή του Kim Doo Soo.
Δεν ξέρω Κορεάτικα και κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να μάθω ποτέ, οπότε δεν μπορώ να εκτιμήσω ακριβώς τους στίχους των κομματιών, ούτε φυσικά να τους καταλάβω. Ακόμη κι από τις αγγλικές τους μεταφράσεις νιώθω ότι κάτι δεν πιάνω· υποθέτω ότι η απόσταση της Κορεάτικης κουλτούρας με την δικιά μας είναι μεγάλη. Έτσι όμως, για να έχετε μια ιδέα, τα περισσότερα κομμάτια καταπιάνονται είτε με κάτι μεταφυσικό, είτε με το ανέφικτο και το αφύσικο, είτε με κάτι δυσλειτουργικό – με τρόπο αφαιρετικό ή αφηρημένο και βαθιά ποιητικό. Κάτι που φανερώνουν και οι τίτλοι των περισσότερων εκ αυτών: The Land of No Wind, Leaden, Falling Blossom και το ομότιτλο Dance of Hunchback (πόσο γαμάτος τίτλος για δίσκο, παρεμπιπτόντως).
Η μουσική που πλαισιώνει τους στίχους και την ζεστή φωνή του Kim Doo Soo, είναι επίσης απλή και αφαιρετική – οι μελωδίες υπόγειες και εύθραυστες. Επικρατεί φυσικά η ακουστική κιθάρα, με μόνη διαφορά σε σχέση με τα περισσότερα album του Kim Doo Soo την προσθήκη διάφορων άλλων οργάνων, όπως η φυσαρμόνικα, το βιολί και το τσέλο, η τρομπέτα και το ακορντεόν, που είτε εμφανίζονται επικουρικά στην σύνθεση των μελωδιών, είτε σαν απλές πινελιές στην ροή των κομματιών. Αυτές οι μικρές σε διάρκεια πινελιές, όπως και οι δεύτερες φωνές που επίσης εμφανίζονται σκόρπια στην πορεία του δίσκου, δίνουν ένα επιπλέον βάθος, ατμοσφαιρικό και συναισθηματικό. Σε γενικές γραμμές, η δομή των κομματιών είναι πολύ δουλεμένη, τα ρυθμικά μέρη είναι καθηλωτικά, ο δίσκος ακούγεται σαν ένα ενιαίο κομμάτι με όλες τις απαραίτητες διακυμάνσεις, τόσο άψογα δεμένος είναι – ο Kim Doo Soo μας προσφέρει έναν κορυφαίο δίσκο μελαγχολικής τραγουδοποιίας.

((E A R))
((E Y E))

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

LIGHTNING BOLT - "FANTASY EMPIRE" (2015)

Είμαι από αυτούς που όταν είχα ακούσει το Ride The Skies είχα εκστασιαστεί – μου ακουγόταν τότε ως κάτι εντελώς πρωτότυπο, διαφορετικό και όσο ακραίο χρειαζόμουν. Και επίσης είμαι από αυτούς που όταν είδα το The Power Of Salad And Milkshakes μου είχαν πέσει τα σαγόνια με την ενέργεια που έβγαζαν οι συναυλίες τους. Η πόρωση μου με τους Lightning Bolt συνεχίστηκε και μέχρι το Hypermagic Mountain, μα στο Earthly Delights ένιωσα πως έχουν αρχίσει να το χάνουν, να επαναλαμβάνονται, να σβήνει το φρέσκο και δυναμικό που είχαν, να είναι εγκλωβισμένοι στη μουσική τους μανιέρα. Η αλήθεια είναι ότι νόμιζα πως είχαν διαλυθεί. Αμ δε.
Έξι χρόνια μετά το duo επιστρέφει. Το Fantasy Empire περιέχει κομμάτια που έχουν ηχογραφηθεί εν καιρώ σε χλιδάτο studio, με γυαλισμένο ήχο, προσεγμένη παραγωγή, όλα στην εντέλεια. Ναι, αυτό απέχει πολύ από τις συναυλίες των 50 ατόμων σε υπόγεια και γκαράζ, από την βρωμιά του ήχου στις πρώτες τους κυκλοφορείς. Εξάλλου στην πορεία οι Lightning Bolt εξελίχθηκαν σε μια μπάντα που έπαιζε σε μεγάλα φεστιβάλ, αναγνωρισμένη από ένα ευρύ κοινό…
Η μετάβαση αυτή από μια απλή DIY μπάντα με punk ύφος σε ένα μεγάλο όνομα που ηχογραφεί για την Bjork και με τους Boredoms, δεν είναι ακριβώς εύκολη. Μπορείς άνετα να χάσεις την μπάλα, έχει συμβεί σε πολλούς μουσικούς. Και όταν έβαλα να ακούσω το Fantasy Empire, ομολογώ ότι ήμουν λίγο προκατειλημμένος – πίστευα ότι θα ήταν ένα αναμάσημα από τα ίδια. Φυσικά, είχα άδικο.
Τα κομμάτια προφανώς και πλημμυρίζουν από ενέργεια, από θόρυβο, από την χαρακτηριστική αμεσότητα της μπάντας, που από τα πρώτα δευτερόλεπτα σε παρασύρει να σηκωθείς και να κοπανιέσαι σαν επιληπτικός – τα drums είναι καταιγιστικά, η κιθάρα-μπάσο τίγκα στην παραμόρφωση. Αυτά όμως ήταν δεδομένα, έτσι κι αλλιώς. Η διαφορά από ότι προηγούμενο έχουν κυκλοφορήσει, έχει να κάνει με την παραγωγή. Εκμεταλλευόμενοι τον γυαλισμένο ήχο, τα κομμάτια τους ρέπουν προς το metal, χάνουν την τραχύτητα τους και γίνονται περισσότερο εγκεφαλικά. Εντάξει, ακόμη το κάθε λεπτό του δίσκου μυρίζει ιδρωτίλα και βαρβατίλα, μα ταυτόχρονα οι εναλλαγές, οι πιο καθαρές μελωδικές γραμμές, οι αυξομειώσεις στην ένταση και την ταχύτητα και οι κορυφώσεις, είναι προσεκτικά δουλεμένες – το art noise που τους χαρακτηρίζει, δεν είναι πια κάτι του στυλ “βαράμε δίχως οίκτο” που σε πιάνει από τον σβέρκο και σε κοπανάει στο τοίχο – δεν προκαλεί, παρά προσκαλεί στον μαγικό, πολύχρωμο και θορυβώδη κόσμο του. Τα κομμάτια δεν είναι μονολιθικά και άκαμπτα, μα έχουν εξέλιξη, πορεία, αφήγηση.
Ή, για να μην το κουράζω, το δισκάκι απλά γαμάει.


((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

BILL WELLS & AIDAN MOFFAT - "THE MOST IMPORTANT PLACE IN THE WORLD" (2015)

Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία, ο πολυοργανίστας Bill Wells υφαίνει ξανά το μουσικό τοπίο για τους έντονους, πικρούς και αφοπλιστικά άμεσους στίχους του Aidan Moffat. Ο τίτλος του album σφετερίζεται ένα σλόγκαν των ΙΚΕΑ και, παρομοίως, σχεδόν όλα τα κομμάτια περιγράφουν ειρωνικά την περίπου αβιοτική ζωή στις σύγχρονες πόλεις.
Ένας δίσκος ποπάτος, ευκολοχώνευτος, μικρός και χαριτωμένος, που νομίζω ότι είναι από αυτούς που κάποιος μπορεί να αγαπήσει ή να μισήσει – τόσο χαρακτηριστικό ήχο έχει. Οι μελωδίες, χτισμένες κυρίως πάνω στο πιάνο, είναι αιθέριες και απλές, όπως είναι συνήθως δηλαδή οι μελωδίες που φτιάχνει ο Bill Wells, ντυμένες με τις ρυθμικές λούπες του κ. Moffat· που ποικίλουν από επίσης απλές παρεμβολές, εν είδει μετρονόμου, μέχρι ένα χαλί από εξωτικούς ήχους σε bosa-nova τέμπο. Το κύριο χαρακτηριστικό όλων των κομματιών, όπως και στο “Everything's Getting Older”, είναι η αίσθηση του «πρόχειρου» που αφήνουν, των ιδεών που έχουν κάπως πεταχτεί χύμα ή έχουν δουλευτεί ελάχιστα και έχουν μπει σε ένα album ανολοκλήρωτες, κάπως με απλοϊκότητα ή αφέλεια. Φυσικά, βέβαια, αυτό έχει γίνει σκόπιμα, αυτό κάνει όλο το δίσκο πιο άμεσο και σε προκαλεί να επικεντρωθείς στους στίχους που είναι και όλο το ζουμί.
Κάθε κομμάτι του δίσκου θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί σαν ένα μικρό ποίημα ή, καλύτερα, σαν μια αυθόρμητη πρόζα. Ίσως εδώ βρίσκεται και η διαφορά με τον προηγούμενο δίσκο. Εκεί τα κομμάτια ήταν δομημένα εξίσου σε μουσική και στίχους, υπήρχαν τρείς-τέσσερις μικρές pop ελεγείες, ήταν περισσότερο δίσκος τέλος πάντων. Εδώ είναι κάτι σαν θεατρικό έργο που ξέφυγε. Όλα τα κομμάτια είναι μικρές νυχτερινές ιστορίες της πόλης. Ο κ. Moffat με την βαριά σκοτσέζικη προφορά του και το κάπως βαριεστημένο τρόπο του, απαγγέλει για την κρίση της μέσης ηλικίας, για πάστορες που προσπαθούν να προσηλυτίσουν στις 3 το βράδυ, για μπαρ και αποτυχημένες σχέσεις, για αυτοκόλλητα στο πίσω μέρος των αυτοκινήτων – περιγράφοντας έντονα και γλυκόπικρα μια γενικότερη δυσλειτουργικότητα που, λίγο-πολύ όλοι έχουμε νιώσει. Και ο μανδύας της χαρακτηριστικής naive pop, με το πιάνο και τα σκόρπια πνευστά και έγχορδα, που πλάθει ο Bill Wells, προσδίδουν μια σκοτεινή, αλλά ταυτόχρονα και ανάλαφρη και ζεστή ατμόσφαιρα, που δένει με τους στίχους άψογα.
Εντάξει, δε λέω, συμπαθώ ιδιαίτερα αυτούς τους δύο τροφαντούς Σκοτσέζους – ότι κι αν βγάζουνε μου κάνει, κακό λόγο δεν θα ‘λεγα για δαύτους με τίποτα.


((E A R))
((E Y E))

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

COLIN STETSON & SARAH NEUFELD - "NEVER THE WAY SHE WAS" (2015)

Για τον Colin Stetson δεν ήξερα τίποτα μέχρι το “New History Warfare Vol. 3: To See More Light” – το προπέρσινο προσωπικό του album από την Constellation. Τη Sara Neufeld από την άλλη δεν την ήξερα καθόλου, αν και με ένα απλό γκουγκλάρισμα είδα ότι είναι η βιολίστρια των Arcade Fire. Οι δύο τους έχουν συνεργαστεί και στο παρελθόν, σε διάφορα project και αυτό είναι το πρώτο album που βγάζουν μαζί. Στα 8 κομμάτια του δίσκου δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά μόνο τα δύο αυτά όργανα, το σαξόφωνο και το βιολί, δίχως overdubs, δίχως λούπες, δίχως τίποτα – απογυμνωμένα από οποιοδήποτε εφέ, από οποιαδήποτε φιοριτούρα τεχνικής, από κάθε περιττή μελωδική γραμμή, από άσκοπα γεμίσματα στον ήχο – κανένα από τα γνωστά κόλπα που μπορούν να αμπαλάρουν τη μουσική για να γίνει πιο εύηχη ή η εύπεπτη. Αυτό μπορεί να ακούγεται από βαρετό μέχρι αδιάφορο· ε, δεν είναι.
Ο ιδιότυπος τρόπος με τον οποίο παίζει ο Colin Stetson – οι κυκλικές αναπνοές και οι κοφτές νότες – ενέχει μια σκληρότητα και ο τρόπος με τον οποίο δομεί τα κομμάτια του, τουλάχιστον στο New History Warfare Vol. 3, με τις αργόσυρτες κορυφώσεις και τις ρυθμικές, μικρές εναλλαγές στις νότες, βγάζουν μια επικότητα και μια ψυχρότητα – το αποτέλεσμα είναι μονοδιάστατο, μονολιθικό, έντονο και τελικά εντυπωσιακά καλό. Σε αυτή εδώ τη συνεργασία, η Sara Neufeld προσπαθεί να ακολουθήσει αυτή την ιδιότυπη τεχνική – το παίξιμο της είναι επίσης κοφτό, επιθετικό, ρυθμικό. Αν όμως το όλο πράμα έμενε εκεί, μάλλον θα ήταν απλά μια άσκηση τεχνικής, ενδιαφέρουσα άλλα κάποια στιγμή θα κούραζε. Και ναι, το πρώτο κομμάτι του δίσκου “The Sun Roars Into View” – που είναι προσηλωμένο σε αυτό το κυκλικό παίξιμο – είναι γαμάτο, αλλά οι δύο μουσικοί δεν μένουν απλά στην καλή χημεία μεταξύ των δύο οργάνων. Όσο εξελίσσετε ο δίσκος, τόσο περισσότερο είναι εμφανές ότι το κάθε κομμάτι αποτελεί μια διαφορετική προσέγγιση για το πώς μπορεί να αποδοθεί, όσο πιο λιτά γίνεται πάντα, αυτή η τεχνική– θυμίζοντας από Terry Riley μέχρι David Byrne. Ναι, εντάξει, όλα τα κομμάτια είναι κάπως σκοτεινά και κάπως επικά, μα υπάρχουν μεταξύ τους τεράστιες διαφορές: άλλα επιθετικά με δυνατούς θορύβους, άλλα λυρικά με αφαιρετικές μελωδίες, άλλα να μοιάζουν με κινηματογραφικά θέματα, άλλα συναισθηματικά και άλλα ψυχρά και παγωμένα.
Το ότι κατορθώνουν οι Stetson και Neufeld, να μπολιάζουν την τεχνική και την αφαίρεση και ταυτόχρονά κατορθώνουν να απαιτούν και να κερδίζουν διαρκώς την προσοχή σου, κάνει αυτό το δίσκο, πέραν από one of the kind, ένα μικρό αριστούργημα.


((E A R))
((E Y E))

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

STEVE GUNN & THE BLACK TWIG PICKERS - "SEASONAL HIRE" (2015)

Εντάξει, μάλλον θα με πάρετε για κολλημένο – κάθε album και side project των Pelt σπεύδω να το ανεβάζω με διθυραμβικά λόγια. Εντάξει, μάλλον θα έχετε δίκιο. Μα δυσκολεύομαι να αντισταθώ. Εδώ, οι Black Twig Pickers, το πιο καθαρόαιμο και παλιομοδίτικο bluegrass σχήμα από τα μέλη της κολεκτίβας των Pelt συνεργάζεται με έναν εκ των κορυφαίων κιθαριστών της folk μουσικής αυτή τη στιγμή και η συνεργασία τους είναι ακριβώς αυτό που μπορεί να φανταστεί ο οποιοσδήποτε έχει ακούσει κάτι από τους μεν και τον δε. Τουτέστιν μερικά κομμάτια είναι πολύ πιο ρυθμικά και ψυχεδελικά, στο μότο της folk από τα Απαλάχια όρη, κάποια πιο δομημένα πάνω στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της κιθάρας του Steve Gunn. Σε όλα τα κομμάτια όμως είναι εμφανής η παρουσία και των δύο – το βάρος μοιράζεται στην ακουστική κιθάρα, το banjo, το βιολί, τα drones.
Αυτό που ξεδιπλώνεται στα πέντε κομμάτια του δίσκου μοιάζει πάρα πολύ με αυτοσχεδιασμό ή έστω με one take, ή τέλος πάντων έχει όλη την δύναμη του ζωντανού ήχου (δεν υπάρχει κανένα overdub και κανενός είδους εφέ, όπως άλλωστε σε όλες τις κυκλοφορίες των Black Twig Pickers και των Pelt), μα ταυτόχρονα ακούγετε αρκετά δομημένο, σφιχτό, δουλεμένο. Αυτή η ισορροπία είναι που δίνει την ένταση και την δυναμική σε αυτά τα κομμάτια για να ακούγονται απλά υπέροχα. Μια ισορροπία ανάμεσα στην μελωδία και την ψυχεδέλεια, την δομή και τον αυτοσχεδιασμό, την ένταση και την ηρεμία. Διότι μπορεί να παίζουν κάτι χιλιοπαιγμένο με εκατομμύρια τρόπους, μα, από την άλλη, από την στιγμή που το κάνουν καλά – και οι συγκεκριμένοι το κάνουν άψογα – δεν ακούγεται διόλου τετριμμένο, πόσο μάλλον αδιάφορο.
Και ιδίως το ομότιτλο και τελευταίο κομμάτι αυτής της συνεργασίας, που βαστάει 16 λεπτά και κάτι ψιλά, έτσι όπως εξελίσσεται, όπως χτίζεται κυκλικά πάνω στα drone και τις μελωδίες, προσθέτοντας κάθε φορά και κάτι, είναι ένα πραγματικό αριστούργημα – τολμώ να πω μου θύμισε κάποια παλιά κομμάτια των Pelt με τον αείμνηστο Jack Rose.


((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

MARK ALEXANDER MCINTYRE - "GRAPES" (2014)


Πολλοί από εσάς θα έχετε ήδη ακούσει το “Grapes” αλλά ο ενθουσιασμός μου για αυτό το psych folk διαμαντάκι με προέτρεψε να το ανεβάσω αν και κυκλοφορεί από την άνοιξη του 2014.Στην αρχή, λόγω τίτλου και του 60s χυμώδους εξώφυλλου, πίστεψα ότι πρόκειται για καμιά ιστορική επανακυκλοφορία κάποιου cult classic από τα 60s – 70s που ανακάλυψε κάποιος underground τυμβωρύχος. Τελικά προκύπτει ότι είναι η καινούργια δεύτερη solo δουλειά του Καναδού folk rocker που ηχογραφήθηκε πέρσι. Βέβαια, είναι πολύ πιθανό να μπερδευτεί κανείς σε σχέση με την εποχή που μπορεί να ηχογραφήθηκε αυτό το αναπάντεχο αριστούργημα, καθώς η μουσική του McIntyre έχει μια απροσδιόριστη διαχρονικότητα. Θα μπορούσε να είναι τέκνο της αμερικανικής acid folk σκηνής των 60s, της νεοζηλανδικής fuzz folk rock των 80ς ή ακόμη και της no folk της ΝΥ των 90s. Και σε μια εποχή, που προσωπικά ψάχνω την καλή τραγουδοποιία του χώρου με το τουφέκι τα τελευταία χρόνια, το άλμπουμ αυτό δεν χορταίνω να το ακούω. Η παραγωγή του θαμπή μες την ηχώ και την λάσπη, το παίξιμο της κιθάρας χύμα, γρατσουνιστό και επιθετικό, η διάθεση του καλλιτέχνη φανερά ράθυμη. Τα κομμάτια σύντομα και περιεκτικά με κολλητικά ρεφραίν που λειτουργούν σαν βαλβίδες ψυχικής εκτόνωσης και αγωνιώδη, πυρετικά κουπλέ που κρύβουν μεγάλη εσωτερική ένταση. Στίχοι υπερβολικά πεσιμιστικοί, κατάμαυροι χωρίς ίχνος έστω σκοτεινού ρομαντισμού, τραγουδούν σπαρακτικά για αληθινά προβλήματα υγείας (πρησμένα στομάχια και καρκίνους) , αφόρητες οικονομικές δυσκολίες, σπαστικές δουλειές, γελοίους έρωτες και άλλες συναφείς καταστροφές. Η φωνή υψίτονη και στεντόρεια περασμένη μέσα από την καταχνιά της lo fi ηχογράφησης ακούγεται σαν το ταλαιπωρημένο φάντασμα του Simon Finn ή του Marc Bolan και ενώ όταν σοβαρεύει περαιτέρω και κατεβαίνει ένα-δύο τόνους ακούγεται όσο μοχθηρή όσο του Alan Bishop επί Uncle Jim. Η ροή του άλμπουμ είναι απολαυστικά κλιμακωτή με τα πιο ακουστικά μπαλαντοειδή κομμάτια στην αρχή και το σταδιακό πέρασμα σε ένα πιo garage rock format με είσοδο ηλεκτρικής, μπάσου, ντραμς. Πάνω από όλα είναι αυτή η πνιγηρή, άρρωστη και ψυχεδελικά κατηφής ατμόσφαιρα που πλανάται πάνω από όλο το άλμπουμ και του προσδίδει μια μοναδική διάσταση πέρα από τα καθιερωμένα psych folk μονοπάτια, σαν ο μυστηριώδης ΜcIntyre να αντλεί έμπνευση κατευθείαν από το αβυσσώδες προσωπικό του κενό, όπως λίγοι έχουν κάνει μέχρι τώρα (του Jandek συμπεριλαμβανομένου). Ένα από τα avant folk must της δεκαετίας το “Grapes” κι ας είναι ξινοί οι καρποί του.

((E A R))
((E Y E))

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

MALCOLM MIDDLETON & DAVID SHRIGLEY - "MUSIC AND WORDS" (2014)

Δύο από τους πιο γνωστούς Γλασκωβίτες (είναι άραγε αυτή η σωστή λέξη) συνεργάζονται σε ένα απολαυστικό album. Ο ένας (το ½ των Arab Strap) προσφέρει τη μουσική – άλλοτε ψευδό-χορευτική, άλλοτε μελωδική folktronica, άλλοτε λυρική και ακουστική, μα πάντα γεμάτη με στερεότυπα και εύπεπτες μελωδίες· και ο άλλος (καυστικός και διάσημος illustrator) βάζει τους στίχους, που είναι και όλο το ζουμί του δίσκου. Στίχοι κυνικοί, που στάζουν μισανθρωπία σε βαθμό που μόνο ο Shrigley θα μπορούσε να φτάσει, μα ταυτόχρονα εμποτισμένοι σε ένα ευθύ και καθάριο χιούμορ.
Από σπασμένα βάζα της μαμάς, μαϊμούδες που τρώνε μπάσταρδα παιδιά, κουνέλια και αρκούδες και άλλα ζώα του δάσους που συμμετέχουν σε ατελείωτα όργια, σε δυνατούς και εύθυμους άντρακλες των σπηλαίων, δακρύβρεχτα γράμματα με παραλήπτη τον εγκέφαλο και τρελούς που κυκλοφορούν γυμνοί επιδεικνύοντας τις τρίχες στο κώλο, τα κομμάτια που έχει σκαρφιστεί Shrigley είναι άψογα: δεν γίνεται να ακούσεις αυτούς τους στίχους και να μην λυθείς στα γέλια - που με δυό λόγια καταλήγουν πάντα στο shit, στο fuck ή και στα δύο. Απλά δεν γίνεται.
Και η μουσική του Middleton έρχεται και κολλάει σαν τη μαρμελάδα στο βούτυρο. Όλα τα στερεότυπα που χρησιμοποιεί με επίσης χιουμοριστικό τρόπο, οι στιγμές που η μουσική κάνει βήματα πίσω για να αφήσει χώρο στους στίχους και οι στιγμές που βγαίνει στο προσκήνιο για να σατιρίσει και αυτή με την σειρά της, κάνουν το δίσκο μια σκέτη απόλαυση.
Τώρα αν τον ακούσεις και δεν σου αρέσει, είναι δικό σου πρόβλημα. Για την ακρίβεια είσαι μάλλον βλαμμένος/η – ακόμη κι αν η μαμάκα σου εγκωμίαζε την ευφυΐα σου όταν ήσουνα μικρούλης/α (μεταξύ μας σε είχε φλομώσει στο ψέμα). Α, και για να τα λέμε όλα: στο λύκειο που έπαιρνες κάτω από την βάση στα μαθηματικά, δεν έφταιγε ούτε η σκύλα καθηγήτρια, ούτε οι δύστροπες ασκήσεις. Έφταιγε το λειψό σου μυαλουδάκι που είναι κοντολογίς πιο καθυστερημένο κι από τρόλεϊ στην Πατησίων εν μέσω νεροποντής.


((E A R))
((E Y E))

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

50 FAVORITE 2014 ALBUMS

50. Dolly Dolly – “Antimacassar”

The fine, solemn voice of the bald-head prophet of Berkshire recites absurd stories in the form of sudden cut ups, Dadaist automatic writing and nightmarish dream diaries on a background of exquisite of experimental electronics and British psychedelia that create most puzzling yet mesmerizing sound-images.




Eerie melodies and haunted soundscapes are bubbling under a nocturnal coat of heavy drones. A beautiful mixture of ambient electronica, folki-sh loops and abstract vocals. Headphones are required here.




Johnny Cash was rolling with joy in his grave as the dark punk diva of New York transformed herself into a spider woman of the big desert with the help southern blues backdrop scenery of Mr. Grove. Her voice, tired, anxious, erotic conveyed lustful stories of wasted love and loss in a passionate manner unprecedented in the field of female singer/songwriter American music.




It was the year that all pseudo-experimental beat makers hid under their mama’s skirt, because the grand bliblicateur has returned. Less radical but still as mind puzzling, syncopated and capricious as in the golden 90’s days, the gifted whizz kid of IDM put again the intelligence into dance music. And those hilarious faux coded song titles…




Armed with his stomping two string kologo, his incredibly fierce voice and a dozen of afrofreak comrades the countercoulter king of east Ghana unleashed a powerful record of colorful trance-out rhythms and punk energy that can literally shallow all hip world music stars. Devour into it know before Aysioba becomes the next Manu Chao / Bob Marley he should be.




The half lit hymnal pastoral world of Liz Harris present itself this year with a proximate piano balladry sound in order to express the usual inward Grouper feelings with less screen grain and more emotional clarity.




Huge new talent on the uprising Cairo scene, Maurice Lauca took the oriental melodies, Arabic modes and propelling mid-eastern rhythms of his native traditional music language and like a masterful architect of electronic sound laid them upon a contemporary dub / electro web that can swing and sway in all indulging newfound anatolic way.




A truly groundbraking and original work in its conception and execution. Jones ear sprawling operetta sung in an idiomating alien language and managed to sent an old and tired genre of music straight out to the psychedelic stratosphere.




Maximalist French pop with subtle and mellow melodies, that always moving and almost constantly transforming, in many different levels. Cheerful, up-tempo, warm and colorful – one of the finest records of its kind for the last few years.




The return of the last of post-rockers of Germany was subtle yet glorious. Incorporating light weight minimal electronic beats, wallpaper synth stubs, Arto Lindsay’s exotic melodicism and controlled Krautrock dissonance they created beauty out of measured looseness.




This is a live score for a 1914 silent movie. One track that flourishes from dynamic percussions, distant piano melodies, aggressive saxophone, almost consonant strings, ghostly electronics and, of course the delicate guitar finger picking of Blacksaw. And it’s, at least, wonderful.




Much more preferable to their proper album of 2014, this two side longform pieces saw the New York collective regress back to the improv electronica roots and suffused a multidimensional psychedelic techno trance that could transport you beyond like their mid 00’s efforts.




The long awaited come back of the Norwegian’s super-group is stunning. Thick nightmarish drones, tense silences, thriving noises and moody jazz passages melt in a cold and hair-raising aura – everything their improvisation had in the past is still here and it’s even better.




Helios Creed’s crew was assembled out of the black outer space and through an late 70s wormhole discharged a cybertronic electromagnetic thunder of hard rockin’ post punk that crushed on our ears like abominable interplanetary plankton and left us numb by its alien guitar/synth cosmic boogie boogie.




The kaleidoscopic percussions never ends here, till they manage to get under your skin. The Japanese gamelan is flirting with avant-garde, naïve pop, dance music and post punk. Surely their best album, surely a masterpiece.




This unsung French collective revolving around the talented Jean-Sébastien Nouveau curved out of a peculiar sonic palette of post rock, electronica and folk and created a new mysteriously nocturnal and strangely magical musical hybrid that can really haunt you if you are not prepared for its dark charm. Pure “Magical Thinking” indeed…




This monster release is coming to kick your ears. The Manchester’s heavy guitar army succeeds to beat the hell out of your neurons with their psychedelic improvisation, served in distorted crescendos. Purely electrified magic, stoned and freak-out.




An outstanding release by the experimental folk Portuguese guitarist. While using the guitar in all possible ways –bowing, prepared, strummed, fingerpicking - and creating an ever evolving superimposed soundworld, he has the depth to channel also his venerable personal emotions through hidden micro-melodies and expressive singing. A new distinctive player in the long worn and torn field of solo guitar music.




With drones that sounds like a train passing through your living room, drums extremely energetic and motorik, guitars throwing up unrestrained noises and screams that makes you want to run and hide, this album is definitely a rare beauty. Ι’ll just say thre names: Keiji Haino, Stephen O'Malley, Oren Ambarchi – that should be enough.




“Pom Pom” marked the culmination of Ariel’s of lo-fi gone hi-fi avant pop transfiguration. The man works like automating machine recycling the coolest parts of a modern alternative hits encyclopedia and in the end stands out as the ultimate expert in catchy pop diversions or even perversions.




Sun City Girls most excellent students at their best. This is how Anatolian rock should sound nowadays, or how Sun City Girls would sound if they were born Turkish. Or how free-rock can be grafted with Asia Minor music. Or, simply, just perfect.




A Will Oldham release these days is not always a cherry pick, but as last year’s homonymous album the whole venture is again successful. In this cover’s album, mainly lame American pop, hip-hop and country is treated as if it is quality material converted by a laidback and unpretentious Oldham to imagitive, heartfelt, sincere alternative pop ballads with the usual strikes of irony for good measure.




Motorik, monolithic, motionless, techno-ish, electrified, dark, trance and stubborn head hammer. Three 15minutes powerful tracks, very vivid and very alive – a psychedelic quicksand that will suck you in for sure.




A very substantial effort by the ex-US Maple guitar slacker that combined twisted jazz rock moves, dour and muddy alternative rock, rotten industrial post-noise and sensual electro-rock in coherent whole that sounded both wayward and approachable at the same time.





For almost 40 years mr. Tomokawa is one of the most enigmatic and dark figures in singing/songwriting field. His soft yet angry melodies along with his mellow and bitter voice, makes a remarkable combination that speaks directly to every heart. And this is one of his best albums.





Managra is the place to grow bittersweet pop music seeds. The ground there is warm, rich in mind-sticking melodies and simple beats. The man from there comes with a handful of those pop fruits. You’ll love their delicious sour taste, with a subtle hint of honey and the charming aftertaste of the work in progress, the impression of the incomplete. You will just can’t get enough of them.





Fusion supernova that expands to many-many levels and succeeds to swirl through emotions, energy, melodies, noises. Still jazz centered, this nearly improvisation has a powerful drive that can drag you in its exploding sound chaos. Ritualistic melodies are followed by amplified noises and ether chants in these 4 perfect tracks.





Her unique, almost liquid guitar playing is always a pleasure for ears. And, like all the great American folk guitar players, she doesn’t need anything else beside her guitar to cover some well known and some traditional tunes in a stunning way that reaches the boundaries of each song. An authentic gemstone.



22. Robert Scott ft. Tiny Ruins – “The Green House”

Gentle and fragile pop tunes delivered by the member of The Bats and The Clean. New Zealand scene never stopped feeding us with great records and this is one of them. Dreamy and woozy, every track has its own introvert beauty; it is cohesively structured and can easily make you hear it over and over again. From simply acoustic guitar songs, to sparkling, catchy melodies and folk-ish songwriting, this album is definitely wonderful.



21. Mohammad – “Zo Rèl Do”

Mohammad goes further in their unique and dark universe. Their doom, heavily electrified music and their haunted monolithic drones digs dipper in circles to create more connections with the unknown. The room-shaking sequences emerging from their custom instruments, feels like music for rituals haven’t yet take place. Rough and magnificent.



20. Radian versus Howe Gelb – “S/T”

A surprising affair between the perfectionist post rock / sound art Viennese trio and the alt country beatnik icon and a well executed experiment in the end. The stop start bleeps, blurred noises and tick-tock percussion supplied with cold cut scrupulousness by Radian meshed gradually yet integrally with the organic vocal delivery and rock sensibility of good old Howe and formed a freeform collage that magnetized.



19. Charlie Parr – “Hollandale”

This album is a musical voyage through American folk, blues and country, using the channel of improvisation on guitar and banjo. Vivid and tense, those long-lasting tracks create whole stories without any word. Drifting from one melodic line to another, floating at the past and future of American music, deeply spiritual and surely mind-blowing, Hollandale is a one-of-a-kind masterpiece.



18. Earth – “Primitive and Deadly”

An important addition to their exceptional catalogue, “Primitive and Deadly” told it like it was. Majestic, wholesome, primeval cyclical doom rock riffing repeated to infinity, melodic hooks placed strategically within the ten minute lava hot workouts and post-apocalyptic male/female recitations, all add up to one slow, rotating drive down to the most hellish pits.



17. Kasai All Stars – “Beware The Fetish”

Xylophones, thumb pianos, west-African guitars, jubilant poly-rhythmical drums and percussions, repeated vocal harmonies. This Kasai’s region music collective album is a festive of up-tempo music, cheerful multi-leveled themes with a funky atmosphere and colorful energetic beats that will engage you to flow with them.



16. Hamish Kilgour – “All Of It And Nothing”

Solemn stripped back acoustic guitar /bass / hand drums maelstrom of potent songwriting by the introvert part of legendary The Clean. The velvet fuzz is left behind for a blur, earthy sound, a low-tone wised-up voice, great heart on the sleeve lyrics and that grey, melancholic New Zealand atmosphere we love.



15. Ignatz & De Stervende Honden – “Teenage Boys”

It seems like Ignatz’s detuned and slightly distorted guitar were always waiting to join this trio. This guitar had wondered the world alone for far too long and now that has company, it spits its hoarse chords and never synchronized melodies with a mind-blowing power and satisfaction. It fits perfectly in this old-fashion psych group: the drums must be stoned, the bass probably drunk. Altogether they make a magnificent group and one of the greatest Velvet- ish records.



14. Tune Yards – “Nikki Nack”

With “Nikki Nack” the weird-yet-poppy duo took their pluralistic sound into new levels of development. They managed to network non-western traditional music, simplistic nursery rhymes, clashing beats, electronic effervescence and of course the most charismatic, soulful voice of our times and the outcome was nothing but an ecstatic run into pop wilderness.



13. The Dead C – “The Twelfth Spectacle”

More than an album, more than four live recordings with almost two hours duration. This is a document for the future generations, a statement how guitar, bass and drums can improvise. How to make harmonies without playing them. How to use silence as a maximum noise. How you can make noise sound so attractive to every ear. The Dead C had made, all these years, their own musical cosmos that cannot fit to any category, cannot be described with words – you can only feel it.



12. Dark Matter – “S/T”

Dark and bitter, this is Stephen Cogle comeback. And if the name doesn’t ring any bells, maybe the band “The Terminals” does. Lyrical and introvert, Dark Matter has all New Zealand’s gothic psych with a hint of post-punk and, of course, mr. Cogle’s voice is still absolutely stunning. He follows the rough guitars as a troubadour in shadows; his voice rise and fades out almost like Scott Walker’s.



11. Run The Jewels  – “Run The Jewels 2”

The pumping, stomping, fire shooting high octane hiphop designed with the expected precision by the old-school beat guru Εl-p fitted like a glove with the big, round and blacked out rapping of Killer Mike. The result was an instant classic hip-hop album oozing with political consciousness, fantastic flow, hyperkinetic synchronicity, cathartic peaks and at last no retarded rhymes about chicks, money and guns. Fuck the slow-mo!!!



10. Pere Ubu  – “Carnival Of Souls”

Every time I see that a new Pere Ubu album is released, I say to myself this one cannot be as good as the last one. Of course I’m always wrong. This is definitely a carnival with its diversity, its subtlety, its craziness. You can never figure out where every track is going and, of course, is going everywhere. Pere Ubu’s magical arsenal has added one more freak-out bomb.



09. Sunn 0))) & Ulver  – “Terrestrials”

This collaboration is even better that you can imagine. The unearthly drones of Sunn O)) fills perfectly the dark freeze of Ulver. The result is very cinematic, the soundscapes emotional, the build-up excellent. The three tracks of this album have a unique breath in every turn, as they moving along in circles to create a noisy labyrinth. The music here is too dense, dramatic and tense that makes your hair raise and your skin shiver.



08. The Bug  – “Angels & Devils”

For six long years the bass music desert was drained and waited for its king to pour down his earth shattering bass tempest and relieve the thirsty fans. And he did with his this two-headed beast that shook up many a soundsystem this year. On the first side, he contemplated with the introspective tension and vault atmospherics and on the second side with the help of the craziest vocalists he attacked with punishing grime / dancehall menace. And the athirst drank the whole album up with holy joy.



07. Sleaford Mods  – “Divide and Exit"

Somewhere at the edge of punk you will find the new Sleaford Mods album. It’s probably hiding under a pile of empty beer cans, leftish fanzines and balls of dirt. Or behind a broken sofa. Or inside the carcass of a smashed TV. Anyway, if you find it be careful. It’s very aggressive. Also, it bites. Makes noise all the time; revile, spits, farts. It’s ugly and it’s perfect.



06. Avey Tare's Slasher Flicks  – “Enter the Slasher House”

Avey Tare’s side group was a revelation of avant pop brainstorming : shedding away the suffocating million layers of detail of the late Animal Collective, the Slasher Flicks succeeded on delivering a strong bass / drum indie rock base for Tare to overlay his heavenly harmonious reverb drenched vocals and psychedelic synth tricks and in the end delivers a wonderful album of cataclysmic pop euphoria.



05. Steve Gunn  – “Way Out Weather”

Favorite American singer / songwriter of our times, Steve Gunn, shines like a lonesome star in the vastly hollow modern folk galaxy. Wisely, not, to repeat himself, he constructed his second full on band album on the basis of less guitar dexterity and mazy structures and more free flowing melody, slender group interplay and intimate late night propinquity.



04. Richard Dawson  – “Nothing Important”

The prolific Dawson found yet another sideway to express his innermost feelings and complex thoughts with two epic dimension free folk story like tales. His music at first sounding simple, repetitive and random with each listen gains weight and substance until amorphous patterns emerge and hidden melodies unfold. His voice high-pitched, stuttering yet delicate and warm empowered with purpose of lyrical intent is singular in the English folk canon. Who said a mix between Robert Wyatt Keiji Haino and Derek Bailey could never be?



03. Xylouris White  – “Goats”

This unexpected collaboration gave us the rare honor to put Cretan music into the universal free folk map! Based on an archetypal traditional music form like sousta and syrto, Xylouris plays the lute in a sometimes melodic, open way, sometimes more staccato and aggressive while White’s percussion is encircling him with ingenious jumpy hits and cuts. In this way the old music is spreads out a new psychedelic offshoot that keeps its emotional backbone intact.



02. Grumbling Fur  – “Preternaturals”

The pop music Alexander Tucker and Daniel O’Sullivan creates doesn’t sound like anything else. It has humor, surreal lyrics, it’s close to psych music, has folk elements, it’s almost experimental. And all these are unfolded on pseudo-pop dance music; a surface of naïve texture that hides many levels of harmonic perfection underneath. You can drown in this album for days.



01. Swans  – “To Be Kind”

Mouth dropping. The music in this epic album is so thick, you cannot take more than two tracks in a row. It hits your ears and your stomach so bad, that it’s close to become physical. Everything here is set in the place, everything is ideal: the dynamic drums, the heavy guitars, the mind-sticking bass, the noises, the majestic build-ups… And, of course, Mr. Gira’s voice finds directly a place in your brain you always avoiding it. Every track in “To Be Kind” feels like it has the structure of classic compositions. I guess that the rebirth of Swans is the best thing that happened to music in the last decades.